Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου για τον Ελ Γκρέκο



Στα Ταξίδια του (εκδ. Εστία), ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, παρατηρεί με πάθος και σε βάθος τους τόπους και με ποιητική ακρίβεια και ευαισθησία μας δίνει κείμενα έντονης αισθητικής συγκίνησης, αληθινά μνημεία λόγου. Ας τον ανακαλύψουμε:


Από το κεφάλαιο «Ο βράχος του Τολέδο»

« … Μα ποιός τον έστειλεν εδώ; Πώς ο νους της Ιστορίας της Τέχνης πήρε το νέο Κρητικό από το νησί του, πώς τον ταξιδεύει στη Βενετία χωρίς να τον κάμη ζωγράφο Βενετσάνο, παρά τον έφερε στην Ισπανία και τον ανέβασεν απάνω σ’ αυτό το βράχο, δίνοντάς του ένα τουφέκι, την αδιαλλαξία, για να τα βάλη με την Ιερά Εξέταση, με τους παπάδες του Τολέδου, με τον ήλιο, με την ευτυχία, με την αισιοδοξία, με την ιταλική τέχνη;
Όχι, δεν είναι αρκετό να ιδούμε τα πενήντα έργα που άφηκεν εδώ το φλογερό του πινέλο. Η μανία της ιχνηλασίας μας πιάνει. Εδώ έζησεν, εδώ πάλεψεν, εδώ στοχάστηκε. Τούτα τα σοκάκια είναι γεμάτα απ’ αυτόν. Σ’ αυτά τα καλντερίμια θα είναι πέτρες που τις πάτησε. Σ’ αυτές τις εκκλησιές θα μπήκε για να κρεμάση τα έργα του. Απ’ αυτό το βράχο είδε το βαθύ νερό του Τάγου. Εδώ θα κάθησε. Εδώ θα θύμωσε. Εδώ θα σώπασε. Είναι ένα σοκάκι στενό και αγριωπό, με μακρυές και ψηλές μάντρες, που κρύβουν δεν ξέρω ποια σπίτια. Οδηγεί ίσα στο μοναστήρι του Σαν Ντομίγκο. Εκεί που εργάστηκε για πρώτη φορά, εκεί που τον έθαψαν. Το μελαγχολικό τούτο στενό το ακολούθησα κάμποσες φορές. Ατέλειωτες μάντρες, καλντερίμια, ερημιά, κάπου – κάπου κανένα παιδί. Ως που να βρουν την καλόγρια που έχει το κλειδί, ως που να ξυπνήσουν οι γριές καλόγριες, κουφές αργοκίνητες, αιώνας η κάθε μια, ως που ν’ ανοίξουν την εκκλησιά που κλείνει τα πρώτα του γλυπτά και τα πρώτα του ζωγραφήματα στο Τολέδο, περιμένω ένα τέταρτο στο σοκάκι. Είναι ένα τέταρτο οραματισμού. Το παρόν φεύγει, ο 16ος αιώνας χύνεται στη μακρυνή γειτονιά. Νέος, καστανός, με το μακρουλό και σπαθωτό του πρόσωπο, το λυγερό μουστάκι, το τριγωνικό γένι του και τα «μάθια» που βλέπουν μακρυά – αν είναι αυτή που πιστεύουμε η αυτοπροσωπία του στην ταφή του Οργκάζ – να τος που φτάνει από πέρα κ’ έρχεται στην εκκλησία να μελετήση το σχέδιο και τα μεγέθη, για να συλλάβη τα έργα του. Ως που να προβάλη η γριά καλόγρια, κρατώντας ένα βαρύ σίδερο, το κλειδί, περνούν ακόμα τριανταπέντε χρόνια… Έρχεται ο Απρίλιος του 1614 και βλέπω να προβάλη στο σπιτάκι, να μακραίνη και ν’ αργοπερπατή μια συνοδεία φιλοσόφων, καλλιτεχνών, ποιητών, ιερωμένων, φτωχών γειτόνων του Τράνσιτο, κ’ ενοριτών του Σάντο – Τομέ, που προχωρεί προς την εκκλησία του Σαν Ντομίγκο. Τον φέρνουν! »


 


(πρόσωπο από τον πίνακα "Η ταφή του Οργκάθ" (Οργκάζ στο κείμενο του Παπαντωνίου), που θεωρείται ότι είναι το πρόσωπο του Γκρέκο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου